| Κύριες μεταφράσεις |
| event n | ([sth] planned) (προγραμματισμένη) | εκδήλωση ουσ θηλ |
| | Here's the schedule of events for the next season. |
| | Ορίστε το πρόγραμμα των εκδηλώσεων για την επόμενη περίοδο. |
| event n | (occurrence) | γεγονός ουσ ουδ |
| | | περιστατικό ουσ ουδ |
| | Recent world events have been quite worrying. |
| | Τα πρόσφατα παγκόσμια γεγονότα είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικά. |
| events npl | (things that happen) | γεγονότα ουσ ουδ πλ |
| | Naomi wasn't sure how events would unfold. |
| event n | (sports competition) (συνήθως ατομικό άθλημα) | αγώνισμα ουσ ουδ |
| | (συνήθως ομαδικό άθλημα) | αγώνας ουσ αρσ |
| | | παιχνίδι ουσ ουδ |
| | Nancy is entered for three events in the upcoming athletics competition. |
Σύνθετοι τύποι:
|
| current events npl | (topical affairs) | τα νέα άρθ ορ + ουσ ουδ πλ |
| | | η επικαιρότητα άρθ ορ + ουσ θηλ |
| | | τα νέα της επικαιρότητας φρ ως ουσ ουδ πλ |
| | I like to keep up with current events. |
| event planner n | (calendar or schedule) | ατζέντα ουσ θηλ |
| | Thursday for lunch? Let me look in my event planner to see if I'm free. |
| | Μεσημεριανό την Πέμπτη; Θα κοιτάξω την ατζέντα μου να δω αν είμαι ελεύθερη. |
| event planner n | (person: organizes events) | διοργανωτής εκδηλώσεων, διοργανώτρια εκδηλώσεων φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ |
| | | οργανωτής εκδηλώσεων, οργανώτρια εκδηλώσεων φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ |
| | An event planner handles a broad range of events from weddings to conventions. |
| | Οι διοργανωτές εκδηλώσεων αναλαμβάνουν μια ευρεία γκάμα εκδηλώσεων, από γάμους ως και συνέδρια. |
event-driven, event driven adj | (computer program) | βάσει συμβάντων έκφρ |
| | | οδηγούμενος από συμβάντα φρ ως επίθ |
| | | με εξάρτηση συμβάντος έκφρ |
| | | που εξαρτάται από τα συμβάντα έκφρ |
| field event n | (sports: track meet event) | αγώνας στίβου φρ ως ουσ αρσ |
| future event n | ([sth] that will happen one day) (κάτι που θα συμβεί στο μέλλον) | μελλοντικό γεγονός ουσ ουδ |
| | The newsletter has a list of exciting future events in the neighborhood. |
in any event, at all events adv | (whatever the situation) | σε κάθε περίπτωση φρ ως επίρ |
| | (καθομιλουμένη) | όπως και αν έχουν τα πράγματα έκφρ |
| | (καθομιλουμένη) | ό,τι και να συμβεί έκφρ |
| | In any event, the safety of the public must remain the top priority. |
| in no event adv | (not under any circumstances) | σε καμία περίπτωση περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | με τίποτα περίφρ |
| in that event adv | (if that should happen) | σε αυτή την περίπτωση φρ ως επίρ |
| | You will be informed if any goods are unavailable and in that event, the store will offer you an alternative. |
| in the event of [sth] expr | (in case of) (με γενική) | σε περίπτωση περίφρ |
| | (με ρήμα) | στην περίπτωση που, σε περίπτωση που περίφρ |
| | In the event of a fire, make your way to the nearest exit. |
| in the event that expr | (if it happens that) | σε περίπτωση που περίφρ |
| | | αν σύνδ |
| | In the event that it doesn't arrive, don't worry about it. |
| in the event expr | (as it turned out) | Και τελικά έκφρ |
| | | στο τέλος έκφρ |
| | In the event, I didn't need my umbrella; the clouds cleared up and it was a lovely sunny day. |
nonevent, non-event n | ([sth] anticlimactic) (χαρακτηρισμός γεγονότος) | αποτυχία ουσ θηλ |
| | (χαρακτηρισμός γεγονότος) | απογοήτευση ουσ θηλ |
| | (μεταφορικά) | ένα τίποτα έκφρ |
| promotional event n | (occasion organized to market or advertise [sth]) | προωθητική εκδήλωση επίθ + ουσ θηλ |
| | | εκδήλωση προώθησης φρ ως ουσ θηλ |
| social event n | (gathering: party or function) | κοινωνική εκδήλωση φρ ως ουσ θηλ |
| | | κοινωνικό γεγονός φρ ως ουσ ουδ |
sporting event, sports event n | (athletic competition) | αθλητική εκδήλωση επίθ + ουσ θηλ |
| | | αθλητικό γεγονός επίθ + ουσ ουδ |
| | | αθλητικό event επίθ + ουσ ουδ άκλ |
| triggering event n | (prompt, catalyst) (μεταφορικά) | καταλύτης ουσ αρσ |
| | | αφορμή ουσ θηλ |
| | | έναυσμα ουσ ουδ |
| | | το γεγονός που αποτελεί το έναυσμα περίφρ |
| | Scientists are trying to discover the triggering event that causes HIV to become AIDS. |